απόγραφο
•
- λόγιοτο πρώτο χειρόγραφο αντίγραφο από έντυπο βιβλίο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηεπίσημο (επικυρωμένο) αντίγραφο μιας δικαστικής απόφασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόγραφο < ελληνιστική κοινή ἀπόγραφον, ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική transcript ή γαλλική transcrit)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόγραφο | απόγραφα |
| Γενική | απογράφου / απόγραφου | απογράφων |
| Αιτιατική | απόγραφο | απόγραφα |
| Κλητική | απόγραφο | απόγραφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →