Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόνετος

/aˈpo.ne.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο άπονος, χωρίς πόνο Βικιλεξικό
    • οὐδ' ἔμενεν ἀπόνετος γι' αὐτόν κανείς τῶν ἄλλων, ἀλλ' ὅλοι ἐμπρός τοῦ πρόβαλαν τές κυκλωτές ἀσπίδες

Ετυμολογία

απόνετος < α- στερητικό + πονώ, θέμα πονε- (όπως πόνε-σα) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόνετοςαπόνετηαπόνετο
Γενικήαπόνετουαπόνετηςαπόνετου
Αιτιατικήαπόνετοαπόνετηαπόνετο
Κλητικήαπόνετεαπόνετηαπόνετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόνετοιαπόνετεςαπόνετα
Γενικήαπόνετωναπόνετωναπόνετων
Αιτιατικήαπόνετουςαπόνετεςαπόνετα
Κλητικήαπόνετοιαπόνετεςαπόνετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →