απόνετος
•
- ο άπονος, χωρίς πόνο Βικιλεξικό
- οὐδ' ἔμενεν ἀπόνετος γι' αὐτόν κανείς τῶν ἄλλων, ἀλλ' ὅλοι ἐμπρός τοῦ πρόβαλαν τές κυκλωτές ἀσπίδες
Ετυμολογία
απόνετος < α- στερητικό + πονώ, θέμα πονε- (όπως πόνε-σα) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απόνετος | απόνετη | απόνετο |
| Γενική | απόνετου | απόνετης | απόνετου |
| Αιτιατική | απόνετο | απόνετη | απόνετο |
| Κλητική | απόνετε | απόνετη | απόνετο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απόνετοι | απόνετες | απόνετα |
| Γενική | απόνετων | απόνετων | απόνετων |
| Αιτιατική | απόνετους | απόνετες | απόνετα |
| Κλητική | απόνετοι | απόνετες | απόνετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →