απόσβεση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσβένω Βικιλεξικό
- οικονομίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσβένω Βικιλεξικό
- φυσικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσβένω Βικιλεξικό
- απόσβεση ταλαντώσεων
Ετυμολογία
απόσβεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόσβε(σις) + -ση :* για την οικονομία: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική extinction :* στη φυσική: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική amortissement
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόσβεση | αποσβέσεις |
| Γενική | απόσβεσης | αποσβέσεων |
| Αιτιατική | απόσβεση | αποσβέσεις |
| Κλητική | απόσβεση | αποσβέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →