απόσκιο
•
- λαϊκότροποσκιερό μέρος Βικιλεξικό
- Βουρλισμένοι από τη φλόγα που έπεφτε στα κεφάλια τους οι άνθρωποι, τρέχανε βιαστικά στ' απόσκια για να σωθούν. (Τάκης Αδάμος Σύντροφοι [διήγημα])
Ετυμολογία
απόσκιο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου απόσκιος < από- + σκι(ά) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απόσκιο | απόσκιο | απόσκιο |
| Γενική | απόσκιου | απόσκιου | απόσκιου |
| Αιτιατική | απόσκιο | απόσκιο | απόσκιο |
| Κλητική | απόσκιο | απόσκιο | απόσκιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απόσκια | απόσκια | απόσκια |
| Γενική | απόσκιων | απόσκιων | απόσκιων |
| Αιτιατική | απόσκια | απόσκια | απόσκια |
| Κλητική | απόσκια | απόσκια | απόσκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →