σκιά
•
- η σκοτεινή περιοχή που σχηματίζεται στη μία πλευρά ενός αντικειμένου, όταν μια φωτεινή πηγή το φωτίζει από την άλλη πλευρά Βικιλεξικό
- Κάτσαμε να ξεκουραστούμε στη σκιά του μεγάλου πλάτανου.
- γενικότερασχετικά σκοτεινή περιοχή, σκοτάδι Βικιλεξικό
- Ο ύποπτος χάθηκε μέσα στις σκιές της νύχτας.
- μεταφορικάγια κάτι που στενοχωρεί Βικιλεξικό
- μια σκιά φόβου, μια σκιά υποψίας
- μεταφορικάγια να δηλώσει παρακμή, αδυναμία Βικιλεξικό
- Έχει γίνει η σκιά του παλιού του εαυτού.
- μεταφορικάκάτι που μας ακολουθεί παντού Βικιλεξικό
- Έγινα η σκιά του, τον ακολουθούσα παντού, αλλά δεν ανακάλυψα τίποτα ύποπτο.
- κοσμετολογίαείδος καλλυντικού για το χρωμάτισμα της περιοχής των ματιών στα βλέφαρα Βικιλεξικό
- κάτι που είναι άυλο Βικιλεξικό
- Το άτομο από σώμα γίνεται σκιά, από σαρκική ύπαρξη, σκιώδης πρόγονος, από απτή παρουσία, τοτέμ και φόβητρο του παρελθόντος. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
Ετυμολογία
σκιά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκιά | σκιές |
| Γενική | σκιάς | σκιών |
| Αιτιατική | σκιά | σκιές |
| Κλητική | σκιά | σκιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →