απόσταση
•
- το μήκος του ευθύγραμμου τμήματος που συνδέει δύο σημεία Βικιλεξικό
- αυτό που πρέπει να διανύσει κανείς για να πάει από ένα σημείο σε άλλο με δεδομένο το υπάρχον οδικό δίκτυο (εκφρασμένο σε μονάδες μήκους) Βικιλεξικό
- η απόσταση Αθήνας - Θεσσαλονίκης είναι 515 χιλιόμετρα
- (κατ’ επέκταση) ο χρόνος που απαιτείται
- το διάστημα χρόνου που χωρίζει δύο χρονικά σημεία Βικιλεξικό
- η διαφορά ανάμεσα σε δύο πράγματα Βικιλεξικό
- υπάρχει μεγάλη απόσταση από την εξαγγελία μέχρι την υλοποίησή της
- μεταφορικάη ψυχική ή / και κοινωνική απομάκρυνση ενός ατόμου από άλλου Βικιλεξικό
- μετά την απιστία η απόσταση ανάμεσα στο ζευγάρι μεγάλωσε
- στον πληθυντικόη στάση της επιφύλαξης Βικιλεξικό
- αποστάσεις από τις δηλώσεις του υπουργού κράτησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος
Ετυμολογία
απόσταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόστασις < ἀφίστημι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόσταση | αποστάσεις |
| Γενική | απόστασης | αποστάσεων |
| Αιτιατική | απόσταση | αποστάσεις |
| Κλητική | απόσταση | αποστάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →