απόταξη
•
- η απόλυση, η οριστική απομάκρυνση από το στράτευμα, αξιωματικού ή υπαξιωματικού του στρατού λόγω παραπτώματος (σε αντίθεση με την αποστράτευση) Βικιλεξικό
- Η απόταξη του σερ Χένρυ ΜακΜάον [Sir Henry McMahon] επιβεβαίωσε την πίστη μου στη χαρακτηριστική μας ανειλικρίνεια. […]. Το μόνο πράγμα που μου έμενε ήταν να αρνηθώ τις ανταμοιβές για την ιδιότητα του πετυχημένου απατεώνα.
- η κατάσταση που βρίσκεται ο πρώην στρατιωτικός μετά από την απόταξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόταξη < αρχαία ελληνική ἀπόταξις, μορφολογικά αναλύεται από- + τάξη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόταξη | αποτάξεις |
| Γενική | απόταξης | αποτάξεων |
| Αιτιατική | απόταξη | αποτάξεις |
| Κλητική | απόταξη | αποτάξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →