Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόταξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η απόλυση, η οριστική απομάκρυνση από το στράτευμα, αξιωματικού ή υπαξιωματικού του στρατού λόγω παραπτώματος (σε αντίθεση με την αποστράτευση) Βικιλεξικό
    • Η απόταξη του σερ Χένρυ ΜακΜάον [Sir Henry McMahon] επιβεβαίωσε την πίστη μου στη χαρακτηριστική μας ανειλικρίνεια. […]. Το μόνο πράγμα που μου έμενε ήταν να αρνηθώ τις ανταμοιβές για την ιδιότητα του πετυχημένου απατεώνα.
  2. η κατάσταση που βρίσκεται ο πρώην στρατιωτικός μετά από την απόταξη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απόταξη < αρχαία ελληνική ἀπόταξις, μορφολογικά αναλύεται από- + τάξη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπόταξηαποτάξεις
Γενικήαπόταξηςαποτάξεων
Αιτιατικήαπόταξηαποτάξεις
Κλητικήαπόταξηαποτάξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →