τάσσω
•
- ορίζω, καθορίζω Βικιλεξικό
- υπόσχομαι, κάνω τάμα (συνήθως στον ενεστώτα εκφέρεται τάζω με αυτή την έννοια) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τάσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τάσσω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τάσσω | τάσσεις | τάσσει | τάσσουμε | τάσσετε | τάσσουν / τάσσουνε |
| Παρατατικός | έτασσα | έτασσες | έτασσε | τάσσαμε | τάσσατε | έτασσαν / τάσσαν / τάσσανε |
| Αόριστος | έταξα | έταξες | έταξε | τάξαμε | τάξατε | έταξαν / τάξαν / τάξανε |
| Μέλλοντας | θα τάξω / θα τάσσω | θα τάξεις / θα τάσσεις | θα τάξει / θα τάσσει | θα τάξουμε / θα τάσσουμε | θα τάξετε / θα τάσσετε | θα τάξουν / θα τάξουνε / θα τάσσουν / θα τάσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τάξει | έχεις τάξει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τάξει | είχες τάξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τάξει / να τάξω / να τάσσω | να έχεις τάξει / να τάξεις / να τάσσεις | να τάξει / να τάσσει | να τάξουμε / να τάσσουμε | να τάξετε / να τάσσετε | να τάξουν / να τάξουνε / να τάσσουν / να τάσσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ταγμένο / τάξε / τάσσε | — | — | τάξτε / τάσσετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τάχθηκατάσσομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →