αράδα
•
- γραμμή, σειρά από πρόσωπα ή πράγματα Βικιλεξικό
- γραμμή, στίχος σε κείμενο Βικιλεξικό
- η πρώτη αράδα του αφηγήματος.
Ετυμολογία
αράδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀράδα < σλαβικής προέλευσης ред (γραμμή, σειρά) < πρωτοσλαβική γλώσσα *rędъ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *arēydʰ- / *rēydʰ- / *rīdʰ- < *ar (πβ. ἀραρίσκω) (άλλη άποψη: < βενετική arada: αυλάκι που δημιουργείται από το αλέτρι, αλετριά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αράδα | αράδες |
| Γενική | αράδας | αράδων |
| Αιτιατική | αράδα | αράδες |
| Κλητική | αράδα | αράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →