αραδιάζω
•
- τοποθετώ παρόμοια αντικείμενα σε μια σειρά Βικιλεξικό
- συνήθως μειωτικόλέω με τη σειρά κάποια γεγονότα ή παραθέτω επιχειρήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αραδιάζω < αράδα + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αραδιάζω | αραδιάζεις | αραδιάζει | αραδιάζουμε | αραδιάζετε | αραδιάζουν / αραδιάζουνε |
| Παρατατικός | αράδιαζα | αράδιαζες | αράδιαζε | αραδιάζαμε | αραδιάζατε | αράδιαζαν / αραδιάζαν / αραδιάζανε |
| Αόριστος | αράδιασα | αράδιασες | αράδιασε | αραδιάσαμε | αραδιάσατε | αράδιασαν / αραδιάσαν / αραδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα αραδιάζω / θα αραδιάσω | θα αραδιάζεις / θα αραδιάσεις | θα αραδιάζει / θα αραδιάσει | θα αραδιάζουμε / θα αραδιάσουμε | θα αραδιάζετε / θα αραδιάσετε | θα αραδιάζουν / θα αραδιάζουνε / θα αραδιάσουν / θα αραδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αραδιάσει | έχεις αραδιάσει | έχει αραδιάσει | έχουμε αραδιάσει | έχετε αραδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αραδιάσει | είχες αραδιάσει | είχε αραδιάσει | είχαμε αραδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αραδιάσει / να αραδιάζω / να αραδιάσω | να έχεις αραδιάσει / να αραδιάζεις / να αραδιάσεις | να έχει αραδιάσει / να αραδιάζει / να αραδιάσει | να έχουμε αραδιάσει / να αραδιάζουμε / να αραδιάσουμε | να έχετε αραδιάσει / να αραδιάζετε / να αραδιάσετε | να αραδιάζουν / να αραδιάζουνε / να αραδιάσουν / να αραδιάσουνε |
| Προστακτική | — | αράδιαζε / αράδιασε | — | — | αραδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αραδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →