Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρίγωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ρίγες Βικιλεξικό
    • Ημέρα θαυμάσια, ζεστή, η θάλασσα αρίγωτη προκαλούσε το πολύβουο σμάρι αγοριών και κοριτσιών για κολύμπι (Η αίγλη των κλασικών μας, 03/06/2015, saronicmagazine.gr https://www.saronicmagazine.gr/saronikos/poros/4202-i-aigli-ton-klassikon-mas)
    • Το συγκεκριμένο Βιβλίο Πρακτικών, ετών 1849-1850, δεμένο με χοντρό εξώφυλλο, αποτελείται από 67 αρίγωτα φύλλα + ένα εσώφυλλο, διαστάσεων 28x20 εκ. (Oι Κεφαλονίτες ριζοσπάστες σε συνεδρίαση. Από ανέκδοτο βιβλίο πρακτικών του «ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ», Επτανησιακά, 21/3/2015 http://eptanisiaka.blogspot.com/2015/03/oi-k.html)

Ετυμολογία

αρίγωτος < α- + ριγώνω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρίγωτοςαρίγωτηαρίγωτο
Γενικήαρίγωτουαρίγωτηςαρίγωτου
Αιτιατικήαρίγωτοαρίγωτηαρίγωτο
Κλητικήαρίγωτεαρίγωτηαρίγωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρίγωτοιαρίγωτεςαρίγωτα
Γενικήαρίγωτωναρίγωτωναρίγωτων
Αιτιατικήαρίγωτουςαρίγωτεςαρίγωτα
Κλητικήαρίγωτοιαρίγωτεςαρίγωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →