Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρίγα

/ˈri.ɣa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ευθεία γραμμή ή ράβδωση γραμμένη ή χαραγμένη οριζόντια ή κάθετα σε υφάσματα, χαρτί ή άλλου είδους επιφάνειες Βικιλεξικό
    • Όχι, το μυστήριο με τις ρίγες της ζέβρας δεν έχει λυθεί. Μια νέα έρευνα όμως δείχνει να προχωρά ένα βήμα πιο κοντά στην απάντηση, καθώς δείχνει ότι το μοτίβο στο τρίχωμα του αφρικανικού ιπποειδούς ποικίλει ανάλογα με τη θερμοκρασία, και ίσως προστατεύει το ζώο από την υπερθέρμανση. (www.tovima.gr, 14.01.2015)
  2. παρωχημένοχάρακας Βικιλεξικό
    • Τράβηξε μία ευθεία γραμμή με τη ρίγα του.

Ετυμολογία

ρίγα < μεσαιωνική ελληνική ρίγα < ιταλική riga < παλαιά ιταλική riga < λομβαρδική rīga < πρωτογερμανική *rīgǭ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁reyk- (χαράσσω, κόβω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρίγαρίγες
Γενικήρίγαςριγών
Αιτιατικήρίγαρίγες
Κλητικήρίγαρίγες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →