Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρίφνητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αμέτρητος, αναρίθμητος Βικιλεξικό
    • 19ος/20ος αιώνας, Σωτήρης Σκίπης, [1881-1952], Ω, Πολιτείες..., στίχ. 1 (1-4), από την ποιητική συλλογή Προτού ν’ αράξουμε 1910-1924 (1924), @anemi.lib.uoc.gr
    • Ο πόνος θερίζει αρίφνητα σπλάχνα (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Γράμματα προς τη Γαλάτεια, 1920-1924)
    • 19ος/20ος αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο βραχόκηπος, Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη, 1971. @google.gr/books
    • Ἀρίφνητες δυνάμες ὁρατὲς κι ἀόρατες ἀγάλλουνται καὶ μὲ ἀκολουθοῦν, ὅταν μὲ ἀγωνία, ἐνάντια στὸ παντοδύναμο ρέμα, ἀνηφορίζω.

Ετυμολογία

αρίφνητος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρίφνητος < μεσαιωνική ελληνική ἀναρίφνητος (με αντικατάσταση ανα- > α-) < αρχαία ελληνική ἀναρίθμητος με τροπή [θm > fn]

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρίφνητοςαρίφνητηαρίφνητο
Γενικήαρίφνητουαρίφνητηςαρίφνητου
Αιτιατικήαρίφνητοαρίφνητηαρίφνητο
Κλητικήαρίφνητεαρίφνητηαρίφνητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρίφνητοιαρίφνητεςαρίφνητα
Γενικήαρίφνητωναρίφνητωναρίφνητων
Αιτιατικήαρίφνητουςαρίφνητεςαρίφνητα
Κλητικήαρίφνητοιαρίφνητεςαρίφνητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →