αλογάριαστος
•
- που δεν έχει λογαριαστεί ή δεν μπορεί να λογαριαστεί, να υπολογιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλογάριαστος < α- + λογαριάζω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλογάριαστος | αλογάριαστη | αλογάριαστο |
| Γενική | αλογάριαστου | αλογάριαστης | αλογάριαστου |
| Αιτιατική | αλογάριαστο | αλογάριαστη | αλογάριαστο |
| Κλητική | αλογάριαστε | αλογάριαστη | αλογάριαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλογάριαστοι | αλογάριαστες | αλογάριαστα |
| Γενική | αλογάριαστων | αλογάριαστων | αλογάριαστων |
| Αιτιατική | αλογάριαστους | αλογάριαστες | αλογάριαστα |
| Κλητική | αλογάριαστοι | αλογάριαστες | αλογάριαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →