Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αραξοβολώ

ρήμα
•
  1. ναυτικός όροςαγκυροβολώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αραξοβολώ < αραξοβόλι + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαραξοβολώαραξοβολείςαραξοβολείαραξοβολούμεαραξοβολείτεαραξοβολούν / αραξοβολούνε
Παρατατικόςαραξοβολούσααραξοβολούσεςαραξοβολούσεαραξοβολούσαμεαραξοβολούσατεαραξοβολούσαν / αραξοβολούσανε
Αόριστοςαραξοβόλησααραξοβόλησεςαραξοβόλησεαραξοβολήσαμεαραξοβολήσατεαραξοβολήσαν / αραξοβολήσανε / αραξοβόλησαν
Μέλλονταςθα αραξοβολήσω / θα αραξοβολώθα αραξοβολήσεις / θα αραξοβολείςθα αραξοβολήσει / θα αραξοβολείθα αραξοβολήσουμε / θα αραξοβολούμεθα αραξοβολήσετε / θα αραξοβολείτεθα αραξοβολήσουν / θα αραξοβολήσουνε / θα αραξοβολούν / θα αραξοβολούνε
Παρακείμενοςέχω αραξοβολήσειέχεις αραξοβολήσειέχει αραξοβολήσειέχουμε αραξοβολήσειέχετε αραξοβολήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αραξοβολήσειείχες αραξοβολήσειείχε αραξοβολήσειείχαμε αραξοβολήσει——
Υποτακτικήνα έχω αραξοβολήσει / να αραξοβολήσω / να αραξοβολώνα έχεις αραξοβολήσει / να αραξοβολήσεις / να αραξοβολείςνα έχει αραξοβολήσει / να αραξοβολήσει / να αραξοβολείνα έχουμε αραξοβολήσει / να αραξοβολήσουμε / να αραξοβολούμενα έχετε αραξοβολήσει / να αραξοβολήσετε / να αραξοβολείτενα αραξοβολήσουν / να αραξοβολήσουνε / να αραξοβολούν / να αραξοβολούνε
Προστακτική—αραξοβόλει / αραξοβόλησε——αραξοβολήστε / αραξοβολείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →