αραξοβολώ
•
- ναυτικός όροςαγκυροβολώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αραξοβολώ < αραξοβόλι + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αραξοβολώ | αραξοβολείς | αραξοβολεί | αραξοβολούμε | αραξοβολείτε | αραξοβολούν / αραξοβολούνε |
| Παρατατικός | αραξοβολούσα | αραξοβολούσες | αραξοβολούσε | αραξοβολούσαμε | αραξοβολούσατε | αραξοβολούσαν / αραξοβολούσανε |
| Αόριστος | αραξοβόλησα | αραξοβόλησες | αραξοβόλησε | αραξοβολήσαμε | αραξοβολήσατε | αραξοβολήσαν / αραξοβολήσανε / αραξοβόλησαν |
| Μέλλοντας | θα αραξοβολήσω / θα αραξοβολώ | θα αραξοβολήσεις / θα αραξοβολείς | θα αραξοβολήσει / θα αραξοβολεί | θα αραξοβολήσουμε / θα αραξοβολούμε | θα αραξοβολήσετε / θα αραξοβολείτε | θα αραξοβολήσουν / θα αραξοβολήσουνε / θα αραξοβολούν / θα αραξοβολούνε |
| Παρακείμενος | έχω αραξοβολήσει | έχεις αραξοβολήσει | έχει αραξοβολήσει | έχουμε αραξοβολήσει | έχετε αραξοβολήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αραξοβολήσει | είχες αραξοβολήσει | είχε αραξοβολήσει | είχαμε αραξοβολήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αραξοβολήσει / να αραξοβολήσω / να αραξοβολώ | να έχεις αραξοβολήσει / να αραξοβολήσεις / να αραξοβολείς | να έχει αραξοβολήσει / να αραξοβολήσει / να αραξοβολεί | να έχουμε αραξοβολήσει / να αραξοβολήσουμε / να αραξοβολούμε | να έχετε αραξοβολήσει / να αραξοβολήσετε / να αραξοβολείτε | να αραξοβολήσουν / να αραξοβολήσουνε / να αραξοβολούν / να αραξοβολούνε |
| Προστακτική | — | αραξοβόλει / αραξοβόλησε | — | — | αραξοβολήστε / αραξοβολείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →