αραχτός
•
- προφορικόπου αράζει, που κάθεται ξέγνοιαστος κι ανέμελος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αραχτός < αράζω + -τός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αραχτός | αραχτή | αραχτό |
| Γενική | αραχτού | αραχτής | αραχτού |
| Αιτιατική | αραχτό | αραχτή | αραχτό |
| Κλητική | αραχτέ | αραχτή | αραχτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αραχτοί | αραχτές | αραχτά |
| Γενική | αραχτών | αραχτών | αραχτών |
| Αιτιατική | αραχτούς | αραχτές | αραχτά |
| Κλητική | αραχτοί | αραχτές | αραχτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →