Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αραχτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου αράζει, που κάθεται ξέγνοιαστος κι ανέμελος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αραχτός < αράζω + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαραχτόςαραχτήαραχτό
Γενικήαραχτούαραχτήςαραχτού
Αιτιατικήαραχτόαραχτήαραχτό
Κλητικήαραχτέαραχτήαραχτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαραχτοίαραχτέςαραχτά
Γενικήαραχτώναραχτώναραχτών
Αιτιατικήαραχτούςαραχτέςαραχτά
Κλητικήαραχτοίαραχτέςαραχτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →