Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρβανιτοχώρι

/aɾ.va.ni.toˈxo.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το χωριό που κατοικείται από Αρβανίτες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρβανιτοχώρι < Αρβανίτ(ης) + -ο- + -χώρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρβανιτοχώριαρβανιτοχώρια
Γενικήαρβανιτοχωριούαρβανιτοχωριών
Αιτιατικήαρβανιτοχώριαρβανιτοχώρια
Κλητικήαρβανιτοχώριαρβανιτοχώρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →