βλαχοχώρι
•
- ένα χωριό Βλάχων Βικιλεξικό
- μειωτικόχωριό απομονωμένο, που δεν έχει εξελιχθεί Βικιλεξικό
- για τα τοπωνύμια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλαχοχώρι < (Βλάχος) βλαχο- + -χώρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλαχοχώρι | βλαχοχώρια |
| Γενική | βλαχοχωριού | βλαχοχωριών |
| Αιτιατική | βλαχοχώρι | βλαχοχώρια |
| Κλητική | βλαχοχώρι | βλαχοχώρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →