αρβύλα
•
- υπόδησηστρατιωτική μπότα Βικιλεξικό
- σκωπτικόχοντροκαμωμένο παπούτσι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρβύλα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρβύλ(η) με μεταπλασμό σε -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρβύλα | αρβύλες |
| Γενική | αρβύλας | αρβυλών |
| Αιτιατική | αρβύλα | αρβύλες |
| Κλητική | αρβύλα | αρβύλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →