αργάζω
•
- δημοτικήκατεργάζομαι δέρματα Βικιλεξικό
- δεν αργάζεται καλά τούτο το πετσί, πάρε άλλο να φτιάξεις
- δημοτικήδέρνω πολύ, ξυλοκοπώ Βικιλεξικό
- έκφραση: του άργασαν το τομάρι / το πετσί / το κορμί
- δημοτικήσκληραίνω, ροζιάζω Βικιλεξικό
- αργάσανε τα χέρια μου απ' το πολύ σκάψιμο
- δημοτικήάλλες σημασίες Βικιλεξικό
- δημοτικήάλλες σημασίες Βικιλεξικό
- δημοτικήάλλες σημασίες Βικιλεξικό
- δημοτικήάλλες σημασίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αργάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὀργάζω (μαλάσσω, ζυμώνω) με τροπή [o] > [a] από συμπροφορά με μόρια όπως να, θα και ανασυλλαβισμό [na orˈɣazo > narˈɣazo > n arˈɣazo] όπου το [a] υπερισχύει. (→ δείτε και τις λέξεις ὀργάω και ὄργον) : Διαφορετική ετυμολογία για τη μεσαιωνική ελληνική ἀργάζω (ασχολούμαι, μηχανεύομαι, κατεργάζομαι δέρματα), τύπο του ἐργάζω με τροπή [e] > [a] από συμπροφορά με ρηματικά μόρια και ανασυλλαβισμό. < αρχαία ελληνική ἐργάζομαι → δείτε ἔργον : Δείτε και ο αργαλειός, το αργαλειό (ἐργαλεῖον)
Άλλοι τύποι
άργασααργάζομαιαργάστηκααργασμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →