Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αργυροκουδουνάτος

/aɾ.ʝi.ɾo.ku.ðuˈna.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. με αργυρό, ασημί κουδούνι (για ζώα) Βικιλεξικό
    • τράγος αργυροκουδουνάτος
    • θα σε ρωτήσω, πεθερά, θα σε ρωτήσω, η μάννα, το τίνος είν’ τα πρόβατα ταργυροκουδουνάτα, πού χίλιασαν και μύριασαν και γέμισαν οι ράχαις; —Δικά μας είναι, νύφη μου, δικά μας, μαυρομάτα.
  2. ιδιωματικόγια πουγκί με αργυρά νομίσματα που ηχούν σαν κουδούνια Βικιλεξικό
    • Άνοιξε το πουγγάκι σου τ' αργυροκουδουνάτο

Ετυμολογία

αργυροκουδουνάτος < αργυροκούδουν(ο) + -άτος > αργυρο- + κουδουνάτος. Δείτε και το μεσαιωνικό ἀργυροκούδουνο.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαργυροκουδουνάτοςαργυροκουδουνάτηαργυροκουδουνάτο
Γενικήαργυροκουδουνάτουαργυροκουδουνάτηςαργυροκουδουνάτου
Αιτιατικήαργυροκουδουνάτοαργυροκουδουνάτηαργυροκουδουνάτο
Κλητικήαργυροκουδουνάτεαργυροκουδουνάτηαργυροκουδουνάτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαργυροκουδουνάτοιαργυροκουδουνάτεςαργυροκουδουνάτα
Γενικήαργυροκουδουνάτωναργυροκουδουνάτωναργυροκουδουνάτων
Αιτιατικήαργυροκουδουνάτουςαργυροκουδουνάτεςαργυροκουδουνάτα
Κλητικήαργυροκουδουνάτοιαργυροκουδουνάτεςαργυροκουδουνάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →