αργυροκουδουνάτος
•
- με αργυρό, ασημί κουδούνι (για ζώα) Βικιλεξικό
- τράγος αργυροκουδουνάτος
- θα σε ρωτήσω, πεθερά, θα σε ρωτήσω, η μάννα, το τίνος είν’ τα πρόβατα ταργυροκουδουνάτα, πού χίλιασαν και μύριασαν και γέμισαν οι ράχαις; —Δικά μας είναι, νύφη μου, δικά μας, μαυρομάτα.
- ιδιωματικόγια πουγκί με αργυρά νομίσματα που ηχούν σαν κουδούνια Βικιλεξικό
- Άνοιξε το πουγγάκι σου τ' αργυροκουδουνάτο
Ετυμολογία
αργυροκουδουνάτος < αργυροκούδουν(ο) + -άτος > αργυρο- + κουδουνάτος. Δείτε και το μεσαιωνικό ἀργυροκούδουνο.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αργυροκουδουνάτος | αργυροκουδουνάτη | αργυροκουδουνάτο |
| Γενική | αργυροκουδουνάτου | αργυροκουδουνάτης | αργυροκουδουνάτου |
| Αιτιατική | αργυροκουδουνάτο | αργυροκουδουνάτη | αργυροκουδουνάτο |
| Κλητική | αργυροκουδουνάτε | αργυροκουδουνάτη | αργυροκουδουνάτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αργυροκουδουνάτοι | αργυροκουδουνάτες | αργυροκουδουνάτα |
| Γενική | αργυροκουδουνάτων | αργυροκουδουνάτων | αργυροκουδουνάτων |
| Αιτιατική | αργυροκουδουνάτους | αργυροκουδουνάτες | αργυροκουδουνάτα |
| Κλητική | αργυροκουδουνάτοι | αργυροκουδουνάτες | αργυροκουδουνάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →