αργυροκούδουνο
•
- ασημένιο κουδούνι (για ζώα) Βικιλεξικό
- ⌘ Κώστας Κρυστάλλης, «Ο κούρος», συλλογή Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, 1893
Ετυμολογία
αργυροκούδουνο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀργυροκούδουνο < ἀργυρο- + κουδούν(ι)/κουδούν(α) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αργυροκούδουνο | αργυροκούδουνα |
| Γενική | αργυροκούδουνου | αργυροκούδουνων |
| Αιτιατική | αργυροκούδουνο | αργυροκούδουνα |
| Κλητική | αργυροκούδουνο | αργυροκούδουνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →