αργυροποίκιλτος
•
- λόγιοπου είναι ποικιλμένος / στολισμένος με άργυρο / ασήμι Βικιλεξικό
- Ο Πατριάρχης μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας προσέφερε για τον ναό αργυροποίκιλτο σταυρό ευλογίας (Εγκαίνια ιεραποστολικού κέντρου στηνν Λουσάκα, Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας, 9/5/2020 https://www.patriarchateofalexandria.com/egkainia-ierapostolikoy-kentroy-stin-loysaka/)
- Έφτασε εποχή που τα μεταξοΰφαντα, τα αργυροποίκιλτα και τα χρυσοποίκιλτα υφάσματά της ήταν περιζήτητα στην Αγγλία (Σπάρτη Καρασταμάτη: Η πρώτη Ελληνίδα βιομήχανος, Τα Αθηναϊκά, 6/3/2020 https://www.taathinaika.gr/sparti-karastamati-i-proti-ellinida-viomichanos/)
Ετυμολογία
αργυροποίκιλτος < αργυρο- + ποικίλλω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αργυροποίκιλτος | αργυροποίκιλτη | αργυροποίκιλτο |
| Γενική | αργυροποίκιλτου | αργυροποίκιλτης | αργυροποίκιλτου |
| Αιτιατική | αργυροποίκιλτο | αργυροποίκιλτη | αργυροποίκιλτο |
| Κλητική | αργυροποίκιλτε | αργυροποίκιλτη | αργυροποίκιλτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αργυροποίκιλτοι | αργυροποίκιλτες | αργυροποίκιλτα |
| Γενική | αργυροποίκιλτων | αργυροποίκιλτων | αργυροποίκιλτων |
| Αιτιατική | αργυροποίκιλτους | αργυροποίκιλτες | αργυροποίκιλτα |
| Κλητική | αργυροποίκιλτοι | αργυροποίκιλτες | αργυροποίκιλτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →