ποικίλλω
•
- διαφοροποιούμαι, διαφέρω Βικιλεξικό
- η ιεράρχηση των αξιών ποικίλλει από εποχή σε εποχή
- ποικίλλουν οι χαρακτήρες των ανθρώπων, δεν είμαστε όλοι ίδιοι
- Τα ηπατοκύτταρα αποτελούν την βασική δομική μονάδα του ήπατος. Έχουν σχήμα πολυέδρου με τουλάχιστο 6 και ίσως και παραπάνω γωνίες και η διάμετρός τους ποικίλει από 20 έως 30 μm.
- σπάνιοστολίζω κάτι, το κοσμώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποικίλλω < αρχαία ελληνική ποικίλλω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →