Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρθρικός

/aɾ.θɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου ανήκει ή αναφέρεται στις αρθρώσεις Βικιλεξικό
    • αρθρικός υμένας, αρθρικοί σύνδεσμοι / θύλακες

Ετυμολογία

αρθρικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀρθρικός. Μορφολογικά αναλύεται σε άρθρ(ο) (< αρχαία ελληνική ἄρθρον) + -ικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρθρικόςαρθρικήαρθρικό
Γενικήαρθρικούαρθρικήςαρθρικού
Αιτιατικήαρθρικόαρθρικήαρθρικό
Κλητικήαρθρικέαρθρικήαρθρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρθρικοίαρθρικέςαρθρικά
Γενικήαρθρικώναρθρικώναρθρικών
Αιτιατικήαρθρικούςαρθρικέςαρθρικά
Κλητικήαρθρικοίαρθρικέςαρθρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →