Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αριβιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τον αριβισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αριβιστικός < αριβίστ(ας) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαριβιστικόςαριβιστικήαριβιστικό
Γενικήαριβιστικούαριβιστικήςαριβιστικού
Αιτιατικήαριβιστικόαριβιστικήαριβιστικό
Κλητικήαριβιστικέαριβιστικήαριβιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαριβιστικοίαριβιστικέςαριβιστικά
Γενικήαριβιστικώναριβιστικώναριβιστικών
Αιτιατικήαριβιστικούςαριβιστικέςαριβιστικά
Κλητικήαριβιστικοίαριβιστικέςαριβιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αριβίστικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τον αριβισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αριβίστικος < αριβίστ(ας) + -ικος < ιταλική arrivista < γαλλική arriviste

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαριβίστικοςαριβίστικηαριβίστικο
Γενικήαριβίστικουαριβίστικηςαριβίστικου
Αιτιατικήαριβίστικοαριβίστικηαριβίστικο
Κλητικήαριβίστικεαριβίστικηαριβίστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαριβίστικοιαριβίστικεςαριβίστικα
Γενικήαριβίστικωναριβίστικωναριβίστικων
Αιτιατικήαριβίστικουςαριβίστικεςαριβίστικα
Κλητικήαριβίστικοιαριβίστικεςαριβίστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →