αριβιστικός
•
- που σχετίζεται με τον αριβισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αριβιστικός < αριβίστ(ας) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αριβιστικός | αριβιστική | αριβιστικό |
| Γενική | αριβιστικού | αριβιστικής | αριβιστικού |
| Αιτιατική | αριβιστικό | αριβιστική | αριβιστικό |
| Κλητική | αριβιστικέ | αριβιστική | αριβιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αριβιστικοί | αριβιστικές | αριβιστικά |
| Γενική | αριβιστικών | αριβιστικών | αριβιστικών |
| Αιτιατική | αριβιστικούς | αριβιστικές | αριβιστικά |
| Κλητική | αριβιστικοί | αριβιστικές | αριβιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →