Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυχοδιωκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τυχοδιώκτη ή αρμόζει σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυχοδιωκτικός < τυχοδιώκτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυχοδιωκτικόςτυχοδιωκτικήτυχοδιωκτικό
Γενικήτυχοδιωκτικούτυχοδιωκτικήςτυχοδιωκτικού
Αιτιατικήτυχοδιωκτικότυχοδιωκτικήτυχοδιωκτικό
Κλητικήτυχοδιωκτικέτυχοδιωκτικήτυχοδιωκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτυχοδιωκτικοίτυχοδιωκτικέςτυχοδιωκτικά
Γενικήτυχοδιωκτικώντυχοδιωκτικώντυχοδιωκτικών
Αιτιατικήτυχοδιωκτικούςτυχοδιωκτικέςτυχοδιωκτικά
Κλητικήτυχοδιωκτικοίτυχοδιωκτικέςτυχοδιωκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →