Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αριστοκρατία

/a.ɾi.sto.kɾaˈti.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιστορίαπολίτευμα στο οποίο εξουσιάζουν οι άριστοι με την αρχαία έννοια της λέξης, δηλαδή οι ευγενείς Βικιλεξικό
    • Στις πόλεις-κράτη οι βασιλείς μοίρασαν ειρηνικά την εξουσία τους και σε άλλους εγκαθιδρύοντας την αριστοκρατία στη θέση της βασιλείας.
  2. ανώτερη κοινωνική τάξη, οι ευγενείς μιας περιοχής Βικιλεξικό
    • Η αριστοκρατία της Αγγλίας περιλαμβάνει πολλούς τίτλους όπως κύριος, δούκας, βαρώνος, λόρδος και άλλους.
    • Τον πλούτο υπόπτου προελεύσεως, την τρυφηλή ζωή, όλους εκείνους του ρεπεσκέδες ... οι οποίοι επί χρόνια και ζαμάνια θησαύριζαν στύβοντας την πατρίδα και παρίσταναν από πάνω και την αριστοκρατία (Χρήστος Χωμενίδης, Ξέρει η πάπια πού είναι η λίμνη, εκδ. Πατάκης, 2024)
  3. οι σημαντικοί εν ζωή άνθρωποι ενός επαγγελματικού, καλλιτεχνικού, πνευματικού ή άλλου χώρου Βικιλεξικό
    • Στη χθεσινή πρεμιέρα συμμετείχε όλη η αριστοκρατία του Χόλιγουντ.

Ετυμολογία

αριστοκρατία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀριστοκρατία : (κοινωνική τάξη) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική aristocratie < λατινική aristocratia < ἀριστοκρατία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαριστοκρατίααριστοκρατίες
Γενικήαριστοκρατίαςαριστοκρατιών
Αιτιατικήαριστοκρατίααριστοκρατίες
Κλητικήαριστοκρατίααριστοκρατίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →