αριστοκράτης
•
- άτομο ευγενούς ή πλούσιας καταγωγής Βικιλεξικό
- ξεπεσμένος αριστοκράτης
- κατ’ επέκτασηάνθρωπος χαρακτηριζόμενος από αριστοκρατικότητα· που έχει ευγενείς τρόπους και συμπεριφορά Βικιλεξικό
- ειρωνικόπρόσωπο που προσποιείται ευγενική καταγωγή, αλλά δεν έχει Βικιλεξικό
- Έλα τώρα, μη μας κάνεις τον αριστοκράτη.
- ειρωνικόάνθρωπος καλομαθημένος Βικιλεξικό
- Κοιμάται έως το μεσημέρι, λες και είναι αριστοκράτης.
- ειρωνικόάνθρωπος αλαζονικός, υπεροπτικός Βικιλεξικό
- απλησίαστος/ελαφρόμυαλος αριστοκράτης
- κοινωνιολογίαμέλος της κοινωνικής τάξης των ευγενών Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξέχουσα φυσιογνωμία Βικιλεξικό
- Οι αριστοκράτες του πνεύματος/της πολιτικής
Ετυμολογία
αριστοκράτης < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀριστοκράτης < ελληνιστική κοινή ἀριστοκράτης (αριστοκρατικός), και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική aristocrate < aristocratie < αρχαία ελληνική ἀριστοκρατία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αριστοκράτης | αριστοκράτες |
| Γενική | αριστοκράτη | αριστοκρατών |
| Αιτιατική | αριστοκράτη | αριστοκράτες |
| Κλητική | αριστοκράτη | αριστοκράτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →