Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αριστοκράτης

/a.ɾi.stoˈkɾa.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άτομο ευγενούς ή πλούσιας καταγωγής Βικιλεξικό
    • ξεπεσμένος αριστοκράτης
  2. κατ’ επέκτασηάνθρωπος χαρακτηριζόμενος από αριστοκρατικότητα· που έχει ευγενείς τρόπους και συμπεριφορά Βικιλεξικό
  3. ειρωνικόπρόσωπο που προσποιείται ευγενική καταγωγή, αλλά δεν έχει Βικιλεξικό
    • Έλα τώρα, μη μας κάνεις τον αριστοκράτη.
  4. ειρωνικόάνθρωπος καλομαθημένος Βικιλεξικό
    • Κοιμάται έως το μεσημέρι, λες και είναι αριστοκράτης.
  5. ειρωνικόάνθρωπος αλαζονικός, υπεροπτικός Βικιλεξικό
    • απλησίαστος/ελαφρόμυαλος αριστοκράτης
  6. κοινωνιολογίαμέλος της κοινωνικής τάξης των ευγενών Βικιλεξικό
  7. μεταφορικάεξέχουσα φυσιογνωμία Βικιλεξικό
    • Οι αριστοκράτες του πνεύματος/της πολιτικής

Ετυμολογία

αριστοκράτης < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀριστοκράτης < ελληνιστική κοινή ἀριστοκράτης (αριστοκρατικός), και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική aristocrate < aristocratie < αρχαία ελληνική ἀριστοκρατία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαριστοκράτηςαριστοκράτες
Γενικήαριστοκράτηαριστοκρατών
Αιτιατικήαριστοκράτηαριστοκράτες
Κλητικήαριστοκράτηαριστοκράτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →