Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρκουδιάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαπλανόδιος που έχει εκπαιδεύσει αρκούδα να κάνει διάφορες κινήσεις και την χρησιμοποιεί για δημόσιο θέαμα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάο άθλιος ή ο εκμεταλλευτής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρκουδιάρης < αρκούδ(α) + -ιάρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρκουδιάρηςαρκουδιάρηδες / αρκουδιαραίοι
Γενικήαρκουδιάρηαρκουδιάρηδων / αρκουδιαραίων
Αιτιατικήαρκουδιάρηαρκουδιάρηδες / αρκουδιαραίους
Κλητικήαρκουδιάρηαρκουδιάρηδες / αρκουδιαραίοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →