αρμέγω
•
- βγάζω το γάλα από τους μαστούς της αγελάδας ή άλλου θηλυκού ζώου τραβώντας τους με τα χέρια ή χρησιμοποιώντας ειδική συσκευή Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκμεταλλεύομαι κάποιον, κυρίως οικονομικά Βικιλεξικό
- μεταφορικάχουφτώνω κάποια έντονα στο στήθος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρμέγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρμέγω < ἀλμέγω > αρχαία ελληνική ἀμέλγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂melǵ-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρμέγω | αρμέγεις | αρμέγει | αρμέγουμε | αρμέγετε | αρμέγουν / αρμέγουνε |
| Παρατατικός | άρμεγα | άρμεγες | άρμεγε | αρμέγαμε | αρμέγατε | άρμεγαν / αρμέγαν / αρμέγανε |
| Αόριστος | άρμεξα | άρμεξες | άρμεξε | αρμέξαμε | αρμέξατε | άρμεξαν / αρμέξαν / αρμέξανε |
| Μέλλοντας | θα αρμέγω / θα αρμέξω | θα αρμέγεις / θα αρμέξεις | θα αρμέγει / θα αρμέξει | θα αρμέγουμε / θα αρμέξουμε | θα αρμέγετε / θα αρμέξετε | θα αρμέγουν / θα αρμέγουνε / θα αρμέξουν / θα αρμέξουνε |
| Παρακείμενος | έχω αρμέξει | έχεις αρμέξει | έχει αρμέξει | έχουμε αρμέξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρμέξει | είχες αρμέξει | είχε αρμέξει | είχαμε αρμέξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρμέξει / να αρμέγω / να αρμέξω | να έχεις αρμέξει / να αρμέγεις / να αρμέξεις | να έχει αρμέξει / να αρμέγει / να αρμέξει | να έχουμε αρμέξει / να αρμέγουμε / να αρμέξουμε | να αρμέγετε / να αρμέξετε | να αρμέγουν / να αρμέγουνε / να αρμέξουν / να αρμέξουνε |
| Προστακτική | — | άρμεγε / άρμεξε / έχε αρμεγμένο | — | — | αρμέγετε / αρμέξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →