αρμένισμα
•
- η ενέργεια του αρμενίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ενέργεια του αρμενίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυνώνυμο του αρμένιασμα, ο επιλόχειος πυρετός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρμένισμα < αρμενίζω, αρμενισ- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρμένισμα | αρμενίσματα |
| Γενική | αρμενίσματος | αρμενισμάτων |
| Αιτιατική | αρμένισμα | αρμενίσματα |
| Κλητική | αρμένισμα | αρμενίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →