Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρμένισμα

/aɾˈme.ni.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια του αρμενίζω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη ενέργεια του αρμενίζω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάσυνώνυμο του αρμένιασμα, ο επιλόχειος πυρετός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρμένισμα < αρμενίζω, αρμενισ- + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρμένισμααρμενίσματα
Γενικήαρμενίσματοςαρμενισμάτων
Αιτιατικήαρμένισμααρμενίσματα
Κλητικήαρμένισμααρμενίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →