άρμενο
•
- ναυτικός όροςτο πανί, το ιστίο ενός ιστιοφόρου Βικιλεξικό
- συνεκδοχικά: το ιστιοφόρο πλοίο Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςτο σύνολο των πανιών, καταρτιών και σχοινιών ενός ιστιοφόρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άρμενο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἄρμενον (για τον ενικό) < αρχαία ελληνική ἄρμενα (στον πληθυντικό), ουδέτερο μετοχής ἄρμενος του ἀραρίσκω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άρμενο | άρμενα |
| Γενική | άρμενου | άρμενων |
| Αιτιατική | άρμενο | άρμενα |
| Κλητική | άρμενο | άρμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →