αρματοδρομία
•
- αθλητισμόςαρχαίο άθλημα αγώνα δρόμου με άρματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρματοδρομία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἁρματοδρομία. Συγχρονικά αναλύεται σε άρματ(ος) + -ο- + -δρομία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρματοδρομία | αρματοδρομίες |
| Γενική | αρματοδρομίας | αρματοδρομιών |
| Αιτιατική | αρματοδρομία | αρματοδρομίες |
| Κλητική | αρματοδρομία | αρματοδρομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →