άρμα
•
- ιστορίαδίτροχο όχημα που το σέρναν άλογα και χρησιμοποιόταν σε πολέμους, αγώνες ή παρελάσεις Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςθωρακισμένο στρατιωτικό όχημα Βικιλεξικό
- όχημα που παίρνει μέρος σε (μη στρατιωτικές) παρελάσεις ή εκδηλώσεις (π.χ. τις Απόκριες) Βικιλεξικό
- συνήθως στον πληθυντικόάρματα: όπλα Βικιλεξικό
- παρωχημένοοικόσημο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άρμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἅρμα. Για τους σύγχρονους όρους, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική char
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →