αρμενοβελόνα
•
- ναυτικός όροςμεγάλη βελόνα (σακοράφα) για να ράβουν τα ιστία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρμενοβελόνα < άρμεν(ο) + -ο- + βελόνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρμενοβελόνα | αρμενοβελόνες |
| Γενική | αρμενοβελόνας | αρμενοβελόνων |
| Αιτιατική | αρμενοβελόνα | αρμενοβελόνες |
| Κλητική | αρμενοβελόνα | αρμενοβελόνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →