Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρμονικός

/aɾ.mo.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικά και μεταφορικάπου διέπεται από αρμονία Βικιλεξικό
    • σχήμα με αρμονικές αναλογίες
    • αρμονική συνύπαρξη
    • Επομένως η αρμονική βαλκανική συνύπαρξη θεωρούνταν κατά τον Χ. Τρικούπη αφενός, συνάρτηση της απεξάρτησης των λαών τους από τις ξενικές επεμβάσεις στα εσωτερικά τους και αφετέρου, αγωνιώδης πορεία για την όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη προσέγγιση και ειλικρινέστερη κατανόηση με στόχο την ειρηνική επίλυση των διαφορών τους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Το νέο ελληνικό έθνος, 1204-2000, Ηρόδοτος, 2001, σελ. 37)
  2. φυσικήγια μεγέθη που μεταβάλλονται με ορισμένο τρόπο, σε ορισμένη συχνότητα Βικιλεξικό
  3. ακουστικήγια ήχο με συχνότητα που είναι πολλαπλάσιο της βασικής Βικιλεξικό
    • Οι βιολιστές παράγουν αρμονικούς ήχους ακουμπώντας ελαφρά πάνω σε συγκεκριμένο σημείο μιας χορδής.
  4. μουσικήπου αναφέρεται στη μουσική αρμονία ή τους κανόνες της Βικιλεξικό
  5. μουσικήαρμονική κλίμακα: είδος ελάσσονος μουσικής κλίμακας, στην οποία υπάρχει διαφορά ενός τριημιτόνιου μεταξύ 6ης και 7ης βαθμίδας Βικιλεξικό
    • μελωδική κλίμακα

Ετυμολογία

αρμονικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἁρμονικός & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική harmonique < λατινική harmonicus < αρχαία ελληνική ἁρμονικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρμονικόςαρμονικήαρμονικό
Γενικήαρμονικούαρμονικήςαρμονικού
Αιτιατικήαρμονικόαρμονικήαρμονικό
Κλητικήαρμονικέαρμονικήαρμονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρμονικοίαρμονικέςαρμονικά
Γενικήαρμονικώναρμονικώναρμονικών
Αιτιατικήαρμονικούςαρμονικέςαρμονικά
Κλητικήαρμονικοίαρμονικέςαρμονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →