αρπάζω
•
- πιάνω κάτι με ορμητική κίνηση Βικιλεξικό
- αφαιρώ βίαια κάτι από κάποιον Βικιλεξικό
- αμετάβατοκαίγομαι ελαφρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρπάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἁρπάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρπάζω | αρπάζεις | αρπάζει | αρπάζουμε | αρπάζετε | αρπάζουν / αρπάζουνε |
| Παρατατικός | άρπαζα | άρπαζες | άρπαζε | αρπάζαμε | αρπάζατε | άρπαζαν / αρπάζαν / αρπάζανε |
| Αόριστος | άρπαξα | άρπαξες | άρπαξε | αρπάξαμε | αρπάξατε | άρπαξαν / αρπάξαν / αρπάξανε |
| Μέλλοντας | θα αρπάζω / θα αρπάξω | θα αρπάζεις / θα αρπάξεις | θα αρπάζει / θα αρπάξει | θα αρπάζουμε / θα αρπάξουμε | θα αρπάζετε / θα αρπάξετε | θα αρπάζουν / θα αρπάζουνε / θα αρπάξουν / θα αρπάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω αρπάξει | έχεις αρπάξει | έχει αρπάξει | έχουμε αρπάξει | έχετε αρπάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρπάξει | είχες αρπάξει | είχε αρπάξει | είχαμε αρπάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρπάξει / να αρπάζω / να αρπάξω | να έχεις αρπάξει / να αρπάζεις / να αρπάξεις | να έχει αρπάξει / να αρπάζει / να αρπάξει | να έχουμε αρπάξει / να αρπάζουμε / να αρπάξουμε | να έχετε αρπάξει / να αρπάζετε / να αρπάξετε | να αρπάζουν / να αρπάζουνε / να αρπάξουν / να αρπάξουνε |
| Προστακτική | — | άρπαζε / άρπαξε | — | — | αρπάζετε / αρπάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →