Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υφαρπάζω

ρήμα
•
  1. οικειοποιούμαι κάτι που δεν είναι δικό μου με επιτήδειο τρόπο Βικιλεξικό
    • μου υφάρπαξε τα έγγραφα
  2. καταφέρνω να αποσπάσω κάτι από κάποιον με επιτήδειο τρόπο Βικιλεξικό
    • δεν μπορείς να υφαρπάξεις τη συγκατάθεσή μου

Ετυμολογία

υφαρπάζω < αρχαία ελληνική ὑφαρπάζω < ὑφ- (ὑπό) + ἁρπάζω ::Συγχρονικά υφ- (υπο-) + αρπάζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυφαρπάζωυφαρπάζειςυφαρπάζειυφαρπάζουμευφαρπάζετευφαρπάζουν / υφαρπάζουνε
Παρατατικόςυφάρπαζαυφάρπαζεςυφάρπαζευφαρπάζαμευφαρπάζατευφάρπαζαν / υφαρπάζαν / υφαρπάζανε
Αόριστοςυφάρπαξαυφάρπαξεςυφάρπαξευφαρπάξαμευφαρπάξατευφάρπαξαν / υφαρπάξαν / υφαρπάξανε
Μέλλονταςθα υφαρπάζω / θα υφαρπάξωθα υφαρπάζεις / θα υφαρπάξειςθα υφαρπάζει / θα υφαρπάξειθα υφαρπάζουμε / θα υφαρπάξουμεθα υφαρπάζετε / θα υφαρπάξετεθα υφαρπάζουν / θα υφαρπάζουνε / θα υφαρπάξουν / θα υφαρπάξουνε
Παρακείμενοςέχω υφαρπάξειέχεις υφαρπάξειέχει υφαρπάξειέχουμε υφαρπάξει——
Υπερσυντέλικοςείχα υφαρπάξειείχες υφαρπάξειείχε υφαρπάξειείχαμε υφαρπάξει——
Υποτακτικήνα έχω υφαρπάξει / να υφαρπάζω / να υφαρπάξωνα έχεις υφαρπάξει / να υφαρπάζεις / να υφαρπάξειςνα έχει υφαρπάξει / να υφαρπάζει / να υφαρπάξεινα έχουμε υφαρπάξει / να υφαρπάζουμε / να υφαρπάξουμενα υφαρπάζετε / να υφαρπάξετενα υφαρπάζουν / να υφαρπάζουνε / να υφαρπάξουν / να υφαρπάξουνε
Προστακτική—υφάρπαζε / υφάρπαξε——υφαρπάζετε / υφαρπάξτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

υφαρπάζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →