αρπακόλλας
•
- αργκότσαπατσούλης, απρόσεκτος στη δουλειά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρπακόλλας < αρπακόλλα + -ας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρπακόλλας | αρπακόλλες |
| Γενική | αρπακόλλα | αρπακόλλων |
| Αιτιατική | αρπακόλλα | αρπακόλλες |
| Κλητική | αρπακόλλα | αρπακόλλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →