αρπαχτή
•
- λαϊκότροποη απόκτηση χρημάτων ή άλλου οφέλους με τρόπο -συνήθως- γρήγορο, πρόχειρο, ανοργάνωτο και αισχροκερδή Βικιλεξικό
- λαϊκότροποτο κέρδος ή το όφελος που προκύπτει απ’ αυτή τη διαδικασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρπαχτή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου αρπαχτός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρπαχτή | αρπαχτές |
| Γενική | αρπαχτής | αρπαχτών |
| Αιτιατική | αρπαχτή | αρπαχτές |
| Κλητική | αρπαχτή | αρπαχτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →