Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρπαχτή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποη απόκτηση χρημάτων ή άλλου οφέλους με τρόπο -συνήθως- γρήγορο, πρόχειρο, ανοργάνωτο και αισχροκερδή Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροποτο κέρδος ή το όφελος που προκύπτει απ’ αυτή τη διαδικασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρπαχτή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου αρπαχτός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρπαχτήαρπαχτές
Γενικήαρπαχτήςαρπαχτών
Αιτιατικήαρπαχτήαρπαχτές
Κλητικήαρπαχτήαρπαχτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →