αρραβώνιασμα
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αρραβωνιάζω: τέλεση αρραβώνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρραβώνιασμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρραβώνιασμα. Συγχρονικά αναλύεται σε αρραβωνιάζω, αρραβωνιασ- + -μα < αρραβώνας.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρραβώνιασμα | αρραβωνιάσματα |
| Γενική | αρραβωνιάσματος | αρραβωνιασμάτων |
| Αιτιατική | αρραβώνιασμα | αρραβωνιάσματα |
| Κλητική | αρραβώνιασμα | αρραβωνιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →