αρραβωνιάζω
•
- τελώ την τελετή του αρραβώνα Βικιλεξικό
- υπόσχομαι να δώσω σε γάμο ένα μέλος της οικογένειάς μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρραβωνιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρραβωνιάζω < ελληνιστική κοινή ἀρραβωνίζω (δίνω ενέχυρο) < αρχαία ελληνική ἀρραβών
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρραβωνιάζω | αρραβωνιάζεις | αρραβωνιάζει | αρραβωνιάζουμε | αρραβωνιάζετε | αρραβωνιάζουν / αρραβωνιάζουνε |
| Παρατατικός | αρραβώνιαζα | αρραβώνιαζες | αρραβώνιαζε | αρραβωνιάζαμε | αρραβωνιάζατε | αρραβωνιάζαν / αρραβωνιάζανε / αρραβώνιαζαν |
| Αόριστος | αρραβώνιασα | αρραβώνιασες | αρραβώνιασε | αρραβωνιάσαμε | αρραβωνιάσατε | αρραβωνιάσαν / αρραβωνιάσανε / αρραβώνιασαν |
| Μέλλοντας | θα αρραβωνιάζω / θα αρραβωνιάσω | θα αρραβωνιάζεις / θα αρραβωνιάσεις | θα αρραβωνιάζει / θα αρραβωνιάσει | θα αρραβωνιάζουμε / θα αρραβωνιάσουμε | θα αρραβωνιάζετε / θα αρραβωνιάσετε | θα αρραβωνιάζουν / θα αρραβωνιάζουνε / θα αρραβωνιάσουν / θα αρραβωνιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αρραβωνιάσει | έχεις αρραβωνιάσει | έχει αρραβωνιάσει | έχουμε αρραβωνιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρραβωνιάσει | είχες αρραβωνιάσει | είχε αρραβωνιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρραβωνιάσει / να αρραβωνιάζω / να αρραβωνιάσω | να έχεις αρραβωνιάσει / να αρραβωνιάζεις / να αρραβωνιάσεις | να έχει αρραβωνιάσει / να αρραβωνιάζει / να αρραβωνιάσει | να έχουμε αρραβωνιάσει / να αρραβωνιάζουμε / να αρραβωνιάσουμε | να αρραβωνιάζετε / να αρραβωνιάσετε | να αρραβωνιάζουν / να αρραβωνιάζουνε / να αρραβωνιάσουν / να αρραβωνιάσουνε |
| Προστακτική | — | αρραβώνιαζε / αρραβώνιασε | — | — | αρραβωνιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αρραβωνιάστηκααρραβωνιάζομαιαρραβωνιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →