αρραγής
•
- που δεν ραγίζει, που δεν έχει ράγισμα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκαι (μεταφορικά) που δεν σπάζει Βικιλεξικό
- αρραγές μέτωπο
Ετυμολογία
αρραγής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρραγής < ἀ- + ῥήγνυμι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρραγής | αρραγής | αρραγές |
| Γενική | αρραγούς | αρραγούς | αρραγούς |
| Αιτιατική | αρραγή | αρραγή | αρραγές |
| Κλητική | αρραγή / αρραγής | αρραγής | αρραγές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρραγείς | αρραγείς | αρραγή |
| Γενική | αρραγών | αρραγών | αρραγών |
| Αιτιατική | αρραγείς | αρραγείς | αρραγή |
| Κλητική | αρραγείς | αρραγείς | αρραγή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →