αρσενικό
•
- γραμματικήτο γένος ονομάτων ουσιαστικών ή επιθέτων, αντωνυμιών που αντιστοιχεί στο βιολογικό γένος του αρσενικού. Για πράγματα και αφηρημένες έννοιες η αντιστοιχία είναι αυθαίρετη Βικιλεξικό
- το «πόλεμος», «αθλητισμός», «άντρας», «κορίτσαρος», «Θεσσαλονικός» είναι αρσενικά
- το αρσενικό της αντωνυμίας καμία είναι κανένας
- ο άντρας αντιπροσωπευτικός του φύλου του με έντονα αντρικά χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
- Μα τι αρσενικό είν' αυτός! Όλα τα κορίτσια τρέχουν ξωπίσω του.
- άλλες μορφές: σερνικό (δημοτική)
- οποιοδήποτε αρσενικό μέρος εξαρτήματος Βικιλεξικό
- Δε θα δουλέψει η μηχανή αν δε βάλεις το αρσενικό σωστά
- χημείαχημικό στοιχείο, που ανήκει στα μεταλλοειδή, με ατομιθό αριθμό 33 και χημικό σύμβολο το As, με σταχτί χρώμα και μεταλλική λάμψη, το οποίο σχηματίζει τοξικές ενώσεις Βικιλεξικό
- ονομασία διάφορων τοξικών ενώσεων του στοιχείου που χρησιμοποιούνται σαν δηλητήρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρσενικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αρσενικός. Εννοείται η λέξη γένος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρσενικό | — |
| Γενική | αρσενικού | — |
| Αιτιατική | αρσενικό | — |
| Κλητική | αρσενικό | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →