Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρσενικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γραμματικήτο γένος ονομάτων ουσιαστικών ή επιθέτων, αντωνυμιών που αντιστοιχεί στο βιολογικό γένος του αρσενικού. Για πράγματα και αφηρημένες έννοιες η αντιστοιχία είναι αυθαίρετη Βικιλεξικό
    • το «πόλεμος», «αθλητισμός», «άντρας», «κορίτσαρος», «Θεσσαλονικός» είναι αρσενικά
    • το αρσενικό της αντωνυμίας καμία είναι κανένας
  2. ο άντρας αντιπροσωπευτικός του φύλου του με έντονα αντρικά χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
    • Μα τι αρσενικό είν' αυτός! Όλα τα κορίτσια τρέχουν ξωπίσω του.
    • άλλες μορφές: σερνικό (δημοτική)
  3. οποιοδήποτε αρσενικό μέρος εξαρτήματος Βικιλεξικό
    • Δε θα δουλέψει η μηχανή αν δε βάλεις το αρσενικό σωστά
  4. χημείαχημικό στοιχείο, που ανήκει στα μεταλλοειδή, με ατομιθό αριθμό 33 και χημικό σύμβολο το As, με σταχτί χρώμα και μεταλλική λάμψη, το οποίο σχηματίζει τοξικές ενώσεις Βικιλεξικό
  5. ονομασία διάφορων τοξικών ενώσεων του στοιχείου που χρησιμοποιούνται σαν δηλητήρια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρσενικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αρσενικός. Εννοείται η λέξη γένος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρσενικό—
Γενικήαρσενικού—
Αιτιατικήαρσενικό—
Κλητικήαρσενικό—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →