αρτηρία
•
- ανατομίαμυώδες ελαστικό σωληνοειδές αγγείο μέσω του οποίου το αίμα μεταφέρεται από την καρδιά προς όλα τα όργανα Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεγάλος και πολυσύχναστος άξονας μεταφορών ή επικοινωνιών Βικιλεξικό
- πληροφορικήη σύνδεση της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας (CPU) με την κεντρική μνήμη και τα άλλα υποσυστήματα του υπολογιστή εσωτερικά και εξωτερικά (πχ διαδίκτυο). Βικιλεξικό
- Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως στις απλές κατασκευές των μικρών υπολογιστών, ενώ στους μεγάλους (mainframes) χρησιμοποιείται ο όρος δίαυλος. Και στις δύο περιπτώσεις στα αγγλικά μεταφράζεται ως bus
- δίκτυο υπολογιστώνηλεκτρικός αγωγός (ειδικό δικτυακό καλώδιο) πάνω στον οποίο συνδέονται οι κόμβοι (nodes) του δικτύου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρτηρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρτηρία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρτηρία | αρτηρίες |
| Γενική | αρτηρίας | αρτηριών |
| Αιτιατική | αρτηρία | αρτηρίες |
| Κλητική | αρτηρία | αρτηρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →