Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρτηρία

/aɾ.tiˈɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ανατομίαμυώδες ελαστικό σωληνοειδές αγγείο μέσω του οποίου το αίμα μεταφέρεται από την καρδιά προς όλα τα όργανα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάμεγάλος και πολυσύχναστος άξονας μεταφορών ή επικοινωνιών Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήη σύνδεση της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας (CPU) με την κεντρική μνήμη και τα άλλα υποσυστήματα του υπολογιστή εσωτερικά και εξωτερικά (πχ διαδίκτυο). Βικιλεξικό
    • Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως στις απλές κατασκευές των μικρών υπολογιστών, ενώ στους μεγάλους (mainframes) χρησιμοποιείται ο όρος δίαυλος. Και στις δύο περιπτώσεις στα αγγλικά μεταφράζεται ως bus
  4. δίκτυο υπολογιστώνηλεκτρικός αγωγός (ειδικό δικτυακό καλώδιο) πάνω στον οποίο συνδέονται οι κόμβοι (nodes) του δικτύου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρτηρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρτηρία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρτηρίααρτηρίες
Γενικήαρτηρίαςαρτηριών
Αιτιατικήαρτηρίααρτηρίες
Κλητικήαρτηρίααρτηρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →