αρτιφανής
•
- λόγιοκαινοφανής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρτιφανής < ελληνιστική κοινή ἀρτιφανής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρτιφανής | αρτιφανής | αρτιφανές |
| Γενική | αρτιφανούς | αρτιφανούς | αρτιφανούς |
| Αιτιατική | αρτιφανή | αρτιφανή | αρτιφανές |
| Κλητική | αρτιφανή / αρτιφανής | αρτιφανής | αρτιφανές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρτιφανείς | αρτιφανείς | αρτιφανή |
| Γενική | αρτιφανών | αρτιφανών | αρτιφανών |
| Αιτιατική | αρτιφανείς | αρτιφανείς | αρτιφανή |
| Κλητική | αρτιφανείς | αρτιφανείς | αρτιφανή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →