Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρτιφανής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοκαινοφανής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρτιφανής < ελληνιστική κοινή ἀρτιφανής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρτιφανήςαρτιφανήςαρτιφανές
Γενικήαρτιφανούςαρτιφανούςαρτιφανούς
Αιτιατικήαρτιφανήαρτιφανήαρτιφανές
Κλητικήαρτιφανή / αρτιφανήςαρτιφανήςαρτιφανές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρτιφανείςαρτιφανείςαρτιφανή
Γενικήαρτιφανώναρτιφανώναρτιφανών
Αιτιατικήαρτιφανείςαρτιφανείςαρτιφανή
Κλητικήαρτιφανείςαρτιφανείςαρτιφανή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →