φαίνομαι
•
- είμαι ορατός, εμφανής Βικιλεξικό
- Κάποιος φαίνεται στον ορίζοντα.
- κάνω την εμφάνισή μου Βικιλεξικό
- Μόλις φάνηκε ο ήλιος, ξεκίνησαν την πορεία.
- Πού είναι ο Νίκος; Έχει μέρες να φανεί.
- δίνω την εντύπωση Βικιλεξικό
- Ο Γιώργος φαίνεται άρρωστος σήμερα.
- στο τρίτο ενικό& μου φαίνεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαίνομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φαίνομαι, μέση φωνή του φαίνω (φέρνω στο φως, φωτίζω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φαίνομαι | φαίνεσαι | φαίνεται | φαινόμαστε | φαίνεστε | φαίνονται |
| Παρατατικός | φαινόμουν / φαινόμουνα | φαινόσουν / φαινόσουνα | φαινόταν / φαινότανε | φαινόμασταν / φαινόμαστε | φαινόσασταν / φαινόσαστε | φαίνονταν / φαινόντουσαν |
| Αόριστος | φάνηκα | φάνηκες | φάνηκε | φανήκαμε | φανήκατε | φάνηκαν / φανήκαν / φανήκανε |
| Μέλλοντας | θα φαίνομαι / θα φανώ | θα φαίνεσαι / θα φανείς | θα φαίνεται / θα φανεί | θα φαινόμαστε / θα φανούμε | θα φαίνεστε / θα φανείτε | θα φαίνονται / θα φανούν / θα φανούνε |
| Παρακείμενος | έχω φανεί | έχεις φανεί | έχει φανεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φανεί | είχες φανεί | είχε φανεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φανεί / να φαίνομαι / να φανώ | να έχεις φανεί / να φαίνεσαι / να φανείς | να έχει φανεί / να φαίνεται / να φανεί | να φαινόμαστε / να φανούμε | να φαίνεστε / να φανείτε | να φαίνονται / να φανούν / να φανούνε |
| Προστακτική | — | φάνου / φαίνου | — | — | φαίνεστε / φανείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →