Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρτοποιητικός

/aɾ.to.pi.i.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με την αρτοποιία ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρτοποιητικός < ελληνιστική κοινή ἀρτοποιητικός < αρχαία ελληνική ἀρτοποιός < ἄρτος + ποιέω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρτοποιητικόςαρτοποιητικήαρτοποιητικό
Γενικήαρτοποιητικούαρτοποιητικήςαρτοποιητικού
Αιτιατικήαρτοποιητικόαρτοποιητικήαρτοποιητικό
Κλητικήαρτοποιητικέαρτοποιητικήαρτοποιητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρτοποιητικοίαρτοποιητικέςαρτοποιητικά
Γενικήαρτοποιητικώναρτοποιητικώναρτοποιητικών
Αιτιατικήαρτοποιητικούςαρτοποιητικέςαρτοποιητικά
Κλητικήαρτοποιητικοίαρτοποιητικέςαρτοποιητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →