Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άρτος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το ψωμί Βικιλεξικό
    • Ο Έλλην φιλαναγνώστης δεν έχει προτιμήσεις. Τον ενδιαφέρουν εξ ίσου όλα τα βιβλία. Πως ημπορεί λοιπόν να του αρνηθεί κανείς τον πνευματικόν άρτον; Δεν το αρνήθηκα ποτέ μου εις κανένα. Βαθμηδόν τα ερμάρια της βιβλιοθήκης μου ήρχισαν να χάσκουν ως γεροντική οδοντοστοιχία. (Παύλος Νιρβάνα, Η βιβλιοφιλία των Ελλήνων ή Πόνος ψυχής, χρονογράφημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εστία» το 1950)
  2. εκκλησιαστικοί όροι: Βικιλεξικό
    • οι πέντε άρτοι (στον πληθυντικό), για τους άρτους της αρτοκλασίας
    • ο άρτος της θείας κοινωνίας που δίνεται συνήθως όταν κάποιος μεταλαμβάνει

Ετυμολογία

άρτος < αρχαία ελληνική ἄρτος < ἀραρίσκω ή ἀρτύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάρτοςάρτοι
Γενικήάρτουάρτων
Αιτιατικήάρτοάρτους
Κλητικήάρτεάρτοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →