άρτος
•
- το ψωμί Βικιλεξικό
- Ο Έλλην φιλαναγνώστης δεν έχει προτιμήσεις. Τον ενδιαφέρουν εξ ίσου όλα τα βιβλία. Πως ημπορεί λοιπόν να του αρνηθεί κανείς τον πνευματικόν άρτον; Δεν το αρνήθηκα ποτέ μου εις κανένα. Βαθμηδόν τα ερμάρια της βιβλιοθήκης μου ήρχισαν να χάσκουν ως γεροντική οδοντοστοιχία. (Παύλος Νιρβάνα, Η βιβλιοφιλία των Ελλήνων ή Πόνος ψυχής, χρονογράφημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εστία» το 1950)
- εκκλησιαστικοί όροι: Βικιλεξικό
- οι πέντε άρτοι (στον πληθυντικό), για τους άρτους της αρτοκλασίας
- ο άρτος της θείας κοινωνίας που δίνεται συνήθως όταν κάποιος μεταλαμβάνει
Ετυμολογία
άρτος < αρχαία ελληνική ἄρτος < ἀραρίσκω ή ἀρτύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άρτος | άρτοι |
| Γενική | άρτου | άρτων |
| Αιτιατική | άρτο | άρτους |
| Κλητική | άρτε | άρτοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →